Εμού (Dromaius novaehollandiae)
Αμφιλεγόμενος κοντινός συγγενής της Στρουθοκαμήλου είναι το Εμού που ζει στην Αυστραλία. Το Εμού είναι το δεύτερο σε μέγεθος πουλί του πλανήτη. Το ύψος του κατά μέσο όρο είναι 1,75 μ. Έχουν χνουδωτό φτέρωμα και δεν πετούν. Έχουν μακρύ λαιμό και πόδια, και μικρά φτερά 20 εκ. Στα πόδια τους έχουν τρία δάχτυλα. Οι νεοσσοί έχουν κάθετες μαύρες, καφέ και άσπρες ρίγες για να κρύβονται στο ψηλό χορτάρι και θάμνους. Τα αρσενικά και τα θηλυκά μοιάζουν αρκετά, συνήθως τα θηλυκά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα, βαρύτερα και πιο σκούρα από ό, τι τα αρσενικά. Απαντάται σε όλες τις περιοχές της Αυστραλίας, εκτός των τροπικών δασών και αποψιλωμένων περιοχών, και σπάνια σε ερήμους και τα βορειότερα άκρα της Αυστραλίας.

Τάξη: Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) | οικογένεια Δρομαιίδες (dromaiidae)




Διατροφή: Το εμού προτιμά και αναζητά τροφή πλούσια σε θρεπτική αξία. Επιλέγει τμήματα των φυτών που έχουν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση θρεπτικών ουσιών, όπως σπόρους, φρούτα, άνθη και νεαρούς βλαστούς. Επίσης τρώνε έντομα και μικρά λαχανικά όταν είναι διαθέσιμα, αλλά δεν τρώνε ξερά χόρτα ή ώριμα φύλλα, ακόμα κι αν είναι η μόνη διαθέσιμη τροφή. Τα Εμού καταπίνουν χαλίκια για να βοηθήσουν τη διαδικασία της χώνεψης.

Αναπαραγωγή: Τα θηλυκά γεννούν 6-9 πράσινα αβγά, σε μια πρόχειρη φωλιά που κατασκευάζει στο έδαφος το αρσενικό, το οποίο συμμετέχει στην επώαση και στο μεγάλωμα των νεοσσών.
Διάφορα:
❶ Μέγιστη ταχύτητα που αναπτύσσουν είναι τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και μπορούν να τα κρατήσουν για κάποια απόσταση.
❷ Πριν τον εποικισμό της Αυστραλίας από τους Ευρωπαίους υπήρχαν τρία είδη Εμού. Τα είδη (Dromaius baudinianus) και (Dromaius ater) εξαφανίστηκαν λίγο μετά την άφιξη των πρώτων Ευρωπαίων. Στην Τασμανία το τοπικό υποείδος Εμού εξαφανίστηκε περίπου το 1865.
❸ Το Εμού κυνηγήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Σήμερα είναι υπό προστασία από την οργάνωση "Προστασία του Περιβάλλοντος και της Βιοποικιλότητας Act 1999".
❹ Κατατάσεται στην οικογένεια Δρομαιίδες (dromaiidae). (Οικογένεια πτηνών της τάξης των καζουαριομόρφων, με μοναδικό αντιπρόσωπο το είδος Εμού Dromaius novaehollandiae)
δρομείς
Ονομασία πτηνών που δεν μπορούν να πετάξουν, επειδή το στέρνο τους είναι επίπεδο, δεν έχουν δηλαδή τη χαρακτηριστική απόφυση (τρόπιδα) πάνω στην οποία προσφύονται οι ισχυροί πτητικοί μύες, ενώ οι φτερούγες τους δεν είναι ανεπτυγμένες ή έχουν ατροφήσει εντελώς. Ονομάζονται επίσης και ατροπίδωτα. Η θωρακική ζώνη δεν διαθέτει κλειδοαποφύσεις και οι πλευρές δεν έχουν τις αγκιστροειδείς αποφύσεις, που καθώς συνδέονται, ενισχύουν τη στερεότητα και την ελαστικότητα του θωρακικού κλωβού των πτηνών που διαθέτουν τρόπιδα. Τα οστά τους δεν έχουν αεροφόρες κοιλότητες.
Τα πόδια τους είναι γενικά μακριά, ισχυρά και εφοδιασμένα με 2-4 δάχτυλα, που απολήγουν σε γαμψώνυχες, τους οποίους χρησιμοποιούν ως επιθετικά όργανα. Οι πτέρυγες καλύπτονται από μαλακά φτερά. Όταν κινούνται οι δ. κρατούν τις φτερούγες χαμηλωμένες και δεν τις χρησιμοποιούν παρά για το σταμάτημα ή για την αλλαγή κατεύθυνσης.
Οι δ. ζουν στις στέπες και στις παρυφές των ερημικών περιοχών. Γενικά είναι πτηνά μικρών διαστάσεων, με τέσσερα δάχτυλα στο κάθε πόδι και με ρουθούνια στην άκρη του μακρού ράμφους.
Μοναδικό γένος είναι το κίβι της Νέας Ζηλανδίας, που τείνει να εκλείψει.
Πρόσφατες έρευνες κατέδειξαν ότι δεν είναι ορθή η κατάταξη των δ. σε μία υφομοταξία, γι’ αυτό και η σύγχρονη επιστήμη τα κατατάσσει σε ανεξάρτητες μεταξύ τους τάξεις (στρουθοκαμηλόμορφα, καζουαριόμορφα, ρεόμορφα, απτερυγόμορφα). Τα είδη που έχουν εκλείψει είναι τα δεινορνιθόμορφα και τα επιορνιθόμορφα.
أحدث أقدم